νεύριασμα

νεύριασμα
τό
1) нервирование, раздражение; 2) нервозность, раздражительность

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "νεύριασμα" в других словарях:

  • νευρίασμα — και νεύριασμα, το [νευριάζω] εκνευρισμός, η κατάσταση και το αποτέλεσμα τού νευριάζω …   Dictionary of Greek

  • νευρίασμα — το, ατος νευρικός κλονισμός, ερεθισμός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εκνεύριση — η η διέγερση των νεύρων, ο νευρικός παροξυσμός, το νευρίασμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»